σπεύδω

σπεύδω стараться, спешить; хлопотать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "σπεύδω" в других словарях:

  • σπεύδω — σπεύδω, έσπευσα, εσπευσμένος βλ. πίν. 128 Σημειώσεις: σπεύδω : η μτχ. εσπευσμένος χρησιμοποιείται ως επίθετο (→ αυτός που γίνεται με μεγάλη σπουδή, βιασύνη, π.χ. εσπευσμένη εισαγωγή στο χειρουργείο) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σπεύδω — set going pres subj act 1st sg σπεύδω set going pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπεύδω — ΝΜΑ 1. κινούμαι γρήγορα προς μια κατεύθυνση (α. «μόλις τόν είδε, έσπευσε να τόν προϋπαντήσει» β. «μὴ εἶναι ἔνθα πάλαι σπεύδομεν», Ξεν. γ. «... ἔλαφος... διὰ δρυμὰ πυκνὰ καὶ ὕλην σπεύδουσ ἱδρώουσα», Ομ. Ιλ.) 2. είμαι έτοιμος ψυχικά,… …   Dictionary of Greek

  • σπεύδω — [спэвдо] р. спешить, торопиться …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σπεύδω — έσπευσα, εσπευσμένος 1. ενεργώ γρήγορα: Μόλις έμαθε για την άφιξή του, έσπευσε να τον συναντήσει. – Αναχώρησε εσπευσμένα για το εξωτερικό. 2. πηγαίνω κάπου γρήγορα, εσπευσμένα: Έσπευσε από τους πρώτους στην υποδοχή του υπουργού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σπεῦδον — σπεύδω set going pres part act masc voc sg σπεύδω set going pres part act neut nom/voc/acc sg σπεύδω set going imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) σπεύδω set going imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπεύδετον — σπεύδω set going pres imperat act 2nd dual σπεύδω set going pres ind act 3rd dual σπεύδω set going pres ind act 2nd dual σπεύδω set going imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπεῦσον — σπεύδω set going aor imperat act 2nd sg σπεύδω set going fut part act masc voc sg σπεύδω set going fut part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπεύδετε — σπεύδω set going pres imperat act 2nd pl σπεύδω set going pres ind act 2nd pl σπεύδω set going imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπεύδῃ — σπεύδω set going pres subj mp 2nd sg σπεύδω set going pres ind mp 2nd sg σπεύδω set going pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπεύσει — σπεύδω set going aor subj act 3rd sg (epic) σπεύδω set going fut ind mid 2nd sg σπεύδω set going fut ind act 3rd sg σπεῦσις festinatio fem nom/voc/acc dual (attic epic) σπεύσεϊ , σπεῦσις festinatio fem dat sg (epic) σπεῦσις festinatio fem dat sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.